Δημήτρης Μακρυνιώτης, ο pastry chef με τις συνταγές-εγγύηση για γλυκά που βγαίνουν πάντα, αφηγείται τη ζωή του. Αναφέρεται και στην καταγωγή του από το Ξηρόμερο. “Ο πατέρας μου ήρθε πολύ μικρός στην Αθήνα από την Μπαμπίνη Αιτωλοακαρνανίας, μια περιοχή που ονομάζεται Ξηρόμερο -όνομα και πράγμα. Μια πλαγιά ξερή που έχει μόνο γιδοπρόβατα, ένα hard core χωριό», είναι η περιγραφή του.

Ο pastry chef φαινόμενο με τις αλάνθαστες συνταγές, ο Δημήτρης Μακρυνιώτης, ξεκινά συνεργασία με το iefimerida και μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή του, τη φιλοσοφία της δουλειά του και γιατί η λέξη που λέει και ακούει πιο συχνά είναι «έπος!».

«Γεννήθηκα στον Νέο Κόσμο. Η μητέρα μου ήταν βέρα Αθηναία και ο πατέρας μου ήρθε πολύ μικρός στην Αθήνα από την Μπαμπίνη Αιτωλοακαρνανίας, μια περιοχή που ονομάζεται Ξηρόμερο -όνομα και πράγμα. Μια πλαγιά ξερή που έχει μόνο γιδοπρόβατα, ένα hard core χωριό. Ηρθε μικρός στην Αθήνα, γνώρισε την μητέρα μου και την παντρεύτηκε όταν αυτή ήταν μόλις 18 ετών. Θυμάμαι την μητέρα μου στα 23 της χρόνια -εγώ ήμουν ήδη έξι χρονών- να μαγειρεύει και εγώ να πηγαίνω δίπλα της. Ηταν αρκετά καλή μαγείρισσα, όμως αυτό που με γοήτευε δεν ήταν τόσο η μαγειρική της ικανότητα, όσο η ανάγκη της να μοιράζεται το φαγητό που έφτιαχνε και να απολαμβάνει την ικανοποίηση όχι μόνο της οικογένειας και των φίλων, αλλά σχεδόν ολόκληρης της γειτονιάς.

Ηθελα να πηγαίνω συνέχεια στην κουζίνα, την λάτρευα. Όμως ο πατέρας μου, με τις αντιλήψεις της εποχής, ήταν κάθετα αντίθετος σε αυτό, έβαζε τις φωνές, «ο Δημήτρης δεν θα ξαναμπεί στην κουζίνα, εκεί μπαίνουν μόνο οι γυναίκες». Ετσι σταμάτησα να πηγαίνω στην κουζίνα και έβαλα στο πίσω μέρος του μυαλού μου την αγάπη μου για την μαγειρική. Σχεδόν την ξέχασα. Ηθελα να ασχοληθώ με τα αυτοκίνητα και τις μηχανές, που μου αρέσουν πολύ και γενικώ «το έχω». Κάθομαι πίσω από ένα τιμόνι και ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει στα μηχανολογικά. Μέχρι τα 30 μου χρόνια είχα κάνει πολλές δικές μου δουλειές και κάποια εποχή  είχα ένα γνωστό καφέ στη Γλυφάδα. Θυμάμαι το καλοκαίρι εκείνο πήγα διακοπές στο Μπαλί με φίλους που μου έλεγαν πόσο καλά πάει η επιχείρησή μου. Και εγώ τους είπα «δεν μου αρέσει». Αλλαζα κάθε τρία χρόνια δουλειά. «Ε, τι θέλεις να γίνεις επιτέλους;» με ρώτησαν οι φίλοι μου. Και εγώ, χωρίς να το έχω ξανασκεφθεί ποτέ από τα έξι μου χρόνια και μετά, τους απάντησα αμέσως: «Θέλω να γίνω ζαχαροπλάστης». Με την ίδια απορία που με κοίταξαν αυτοί όταν τους το είπα, με την ίδια απορία τούς κοίταξα και εγώ για αυτό που είχα ξεστομίσει.

Τις επόμενες μέρες, οι αντιδράσεις που εισέπραξα κινήθηκαν από την περιέργεια ως τον χλευασμό και αυτό με πείσμωσε. Ηδη από το Μπαλί έβαλα αγγελία για να πουλήσω το καφέ και με το που επέστεψα στην Ελλάδα πήγα σε σχολή ζαχαροπλαστικής και γράφτηκα. Είχα συμμαθητές 18 ετών και εγώ ήμουν 30. Δεν με ένοιαζε, αφοσιώθηκα σε αυτό, έγινε ο σκοπός της ζωής μου.

Δυο χρόνια διήρκησε η σχολή. Πήγα για πρακτική στο Saint George Lycabettus με τον Βασίλη Μήλιο σεφ όλου του ξενοδοχείου. O Mήλιος, με το που με είδε μου είπε «χαίρω πολύ, αλλά πρέπει να ψάξεις να βρεις άλλο μαγαζί για να κάνεις την πρακτική σου». Του λέω «μην με βλέπεις έτσι με τα μακριά μαλλιά και τα τατουάζ…». Γέλασε και μου είπε ότι δεν μπορώ να δουλέψω στο ξενοδοχείο, γιατί το εργαστήρι ζαχαροπλαστικής έχει ύψος 1,95 και εγώ έχω ύψος 2,07 μέτρα!

Και όμως, δούλεψα οκτώ μήνες, ασταμάτητα, με τα γόνατα λυγισμένα. Στην αρχή περνούσαν όλοι οι εργαζόμενοι για να δουν το περίεργο του πράγματος, τον ογκώδη γίγαντα με τα τατουάζ και τα λυγισμένα γόνατα στην κουζίνα. Στην αρχή με έβλεπαν επιφυλακτικά, μετά με λυπόντουσαν και στο τέλος γίναμε φίλοι και κανένας δεν έδινε σημασία στην όλη εικόνα. Στα μισά της πρακτικής μου οι δυο ζαχαροπλάστες του ξενοδοχείου, η Εμμανουέλα και ο Λευτέρης έφυγαν διακοπές και με άφησαν μόνο στο ζαχαροπλαστείο. Η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν, με έκανε να πιστέψω ακόμα περισσότερο στις δυνάμεις μου.

Φεύγοντας από εκεί μου ζητήθηκε να αναλάβω ένα ζαχαροπλαστείο στις Σπέτσες -ενώ είχα κάνει μόνο πρακτική ως τότε. Εκεί ανέλαβα τον γάμο που έκαναν κάτι Αραβες, είχε γεμίσει η θάλασσα με superyacht, θυμάμαι. Μου ζήτησαν να φτιάξω μια τούρτα πέντε ορόφων για χίλια άτομα. Αργά το βράδυ, ήρθε η μητέρα του γαμπρού με ένα αμαξάκι του γκολφ, μου είπε ότι η τούρτα επισκίασε όλο τον γάμο που και μου έδωσε tip ευρώ «για να πιείς κάτι το βράδυ».

Μετά ανέλαβα ένα μαγαζί στη Νέα Ιωνία, μετά από τρεις μήνες ένα άλλο στον Αλιμο που είναι αυτή τη στιγμή το πιο δυνατό του Αλίμου. Ενδιάμεσα ταξίδευα παντού και έκανα σεμινάρια Ιταλία, Παρίσι, Λυών, Ανόι του Βιετνάμ, δεν σταματώ, ακόμα και σήμερα. Τώρα κλείνω τα επόμενα σεμινάρια, ένα στο Παρίσι και ένα στη Λίμα του Περού. Δεν σταματώ ποτέ, ξέρω ότι ποτέ δεν μπορείς να φτάσεις στην κορυφή, πάντα υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να κατακτήσεις.

Τώρα κάνω δυο δουλειές. Είμαι ζαχαροπλάστης και σύμβουλος, αλλά έχω και μια τηλεοπτική διάσταση μέσα από τις εκπομπές και το youtube. Η τηλεόραση είναι πραγματικά διαφορετική δουλειά και αν δεν είχα την σύντροφό μου, την Βάσω, δεν θα το είχα πετύχει αυτό. Στην τηλεόραση ξεκίνησα μάλλον με αποτυχία, βρέθηκαν στο Mega λίγο πριν αυτό κλείσει. Υπήρχε ένα περίεργο κλίμα, απαγορευτικό για την ζαχαροπλαστική, κυριαρχούσε η εντύπωση ότι δεν μπορεί ο κόσμος να κάνει γλυκά, ότι δεν του βγαίνουν. Μετά από επτά χρόνια συνεχούς τηλεοπτικής παρουσίας και μέσα από το site μου και το κανάλι μου στο youtube (250.000 μοναδικοί χρήστες σε έναν χρόνο λειτουργίας για το site) μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι υπάρχουν οικονομικές, πετυχημένες, γρήγορες συνταγές.

Ως παιδί μιας φτωχής οικογένειας κατανοώ πόσο σημαντικά είναι τα δυο και τα τρία ευρώ και ότι μια οικογένεια περιμένει το Σάββατο ή την Κυριακή για να φτιάξουν ένα κέικ και να κάτσουν να το απολαύσουν.  Εχω μεγάλη ευθύνη απέναντι σε αυτή την οικογένεια,. Τρελαίνομαι στην ιδέα ότι μια μητέρα μαζεύει όλη την εβδομάδα πέντε ευρώ για να φτιάξει ένα γλυκό για την οικογένειά της. Πρέπει να πετύχει, δεν δέχομαι να τους απογοητεύσει. Το νιώθω αυτό σαν μεγάλο βάρος.

Μου στέλνουν συνέχεια φωτογραφίες με τα γλυκά μου που φτιάχνουν. Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση, τα ανεβάζω όλα στα social media. Με σταματάνε στον δρόμο άνδρες, γιαγιάδες. Είναι συγκλονιστικό. Δεν περιγράφεται αυτό το πράγμα. Ο κόσμος πλέον πιστεύει ότι μπορεί να κάνει γλυκά. Το κερδίσαμε αυτό το στοίχημα.

O Στέλιος Παρλιάρος έκανε τάρτες φραμπουάζ όταν στην Ελλάδα τρώγαμε ψωμί και ζάχαρη. Του χρωστάμε πολλά. Εφερε τη γαλλική ζαχαροπλαστική όταν δεν ξέραμε καν τι σχήμα έχει το φραμπουάζ. Εχει ήθος, είναι εργατικός, η αισθητική του είναι συγκλονιστική. Αποτελεί ένα παράδειγμα για όλους μας.

Γενικά είμαι ονειροπόλος. Το βιβλίο «Κέικ» ήθελα να το κάνω από την αρχή, το έβγαλα όμως όταν ήμουν πραγματικά έτοιμος και είχα το σωστό επιτελείο για να το κάνω. Κάθε πρωί το βλέπω μπροστά μου και χαμογελώ, πριν καν βγει για πώληση το κοιτούσα και έλεγα «ναι, πέτυχε!». Σε δυο μήνες έγινε το νούμερο ένα βιβλίο ζαχαροπλαστικής σε πωλήσεις στην Ελλάδα. Και επιφυλάσσομαι…

Το μότο μου είναι «γνώση που δεν μοιράζεται δεν έχει καμία αξία». Είναι τεράστια η ικανοποίηση που νιώθω μαθαίνοντας πράγματα στον κόσμο. Δεν έγινα κάτι από μόδα, είναι η δουλειά μου αυτή και έχω επενδύσει απίστευτο χρόνο και χρήμα σε αυτό που κάνω. Πιστεύω πολύ στην ενέργεια, πιστεύω στον θεό και δεν υπάρχει Κυριακή που να μην ανάψω το καντήλι και να μην θυμιατίσω. Κάποια στιγμή στη ζωή μου έφτασα σε ένα σημείο καμπής και αποφάσισα να συναναστρέφομαι μόνο όσους με αγαπούν και έχουν κάτι να μου δώσουν και να κάνω αυτό που πραγματικά αγαπώ. Τα άλλαξα όλα, σε ένα μήνα. Απέβαλα από τη ζωή μου τους τοξικούς ανθρώπους και άλλαξε το σύμπαν γύρω μου. Ανοιξαν ξαφνικά τα μάτια μου και είπα «Δημήτρη, πρέπει να τους διώξεις». Μόλις έγινε αυτό άρχισαν να χτυπάνε τηλέφωνα, να προκύπτουν συνεργασίες. Εχω αφιερωθεί, έχω θυσιάσει τα πάντα. Ευτυχώς η σύντροφός μου και οι φίλοι μου καταλαβαίνουν την αγάπη για αυτό που κάνω και με ανέχονται.

Κάθε πρωί όταν ξυπνώ και πίνω τον καφέ μου, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να σκρολάρω το iefimerida. Για μένα είναι το νούμερο 1. Κάποια φορά είδα μια συνταγή μου μέσα και για να το πω ξεκάθαρα: μου ταίριαζα! Μου άρεσε. Γιαεκεί είμαι. Αν θέλω να βλέπω τις συνταγές μου κάπου αλλού εκτός από το iefimerida, δεν θα μπορούσε να είναι αλλού.

Παράλληλα ετοιμάζω δυο νέο πρότζεκτ. Θα κάνω ένα ακίνητο στην παλιά μου γειτονιά πολυχώρο ζαχαροπλαστικής, με σεμινάρια, με δυνατότητα brunch για meeting εταιρειών, με τη δυνατότητα να νοικιάζεται για βιντεοσκοπήσεις κ.ο.κ.

Η φράση που λέω πιο συχνά είναι αυτή που μου λένε οι περισσότεροι όταν με συναντάνε και έχουν κάνει μια συνταγή μου που πέτυχε: Επος.»

Πηγή: iefimerida.gr / agrinionews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here