Γράφει ο Παναγιώτης Σκληρός

«Κουβαρίστρες, βελονάκια, ψιλολόγια ένα σωρό πήρα δρόμους και σοκάκια την αγάπη μου να βρω…»     Σύμφωνα με την παράδοση και τα ιστορικά δεδομένα, οι πραματευτάδες (πλανόδιοι εμπορευόμενοι) από τον 17ο αιώνα και μετά, με αφετηρία κυρίως την δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο (Κοζάνη, Σιάτιστα, Μέτσοβο κ.α.) στους τρεις τελευταίους αιώνες, έκαναν τρανές περιουσίες, σπούδασαν τα παιδιά τους και πλούτισαν στα ξένα, ευεργετώντας με κάθε τρόπο την πατρίδα , συνδημιούργησαν δε και τις μεγάλες ελληνικές κοινότητες και παροικίες των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης.

Οι παλιότεροι ξεκινούσαν με ένα σωρό αλογομούλαρα, καραβάνι σωστό, όπως ο Ρόβας που αναφέρεται στο γνωστό μακρόσυρτο Ηπειρώτικο τσάμικο «ο Ρόβας εξεκίνησε μες τη Βλαχιά να πάει». Διάβαιναν όλη τη Μακεδονία, ακολουθούσαν την παλιά Εγνατία οδό, ανέβαιναν βορειοανατολικά σε μια διαδρομή προς το Βουκουρέστι και τη Μολδοβλαχία και μια προς Μοναστήρι (Μπίτολα) και Βελιγράδι έφταναν στο Δούναβη κι από εκεί με τα ποταμόπλοια αλλά και με τα καραβάνια τους έφτανα ως τη Βιέννη κι ακόμα μακρύτερα. Πέρναγαν βουνά και ποτάμια, γιοφύρια μονότοξα και πολλές φορές κομμένα, αντιμετώπιζαν ληστές, άλλαζαν άλογα στα χάνια, είχαν ολόκληρο σώμα φρουράς οπλισμένο με γκράδες να τους φυλάνε για να φτάσουν τα εμπορεύματά τους στα ξένα. Αρκετές φορές έπαιρναν  μαζί τους και ταξιδευτές.

Οι δικοί μας πραματευτάδες εδώ στη Λευκάδα, είχαν απ όλα. Κουβαρίστρες, βελονάκια, μανταλάκια, σεντόνια, χασέδες, ζάβιες, κουμπιά, κουβέρτες «VETLANS»και «CRILAN», πετσέτες φλοκοτές, νήματα για το διασίδι, λαμπόγυαλα για τις λάμπες πετρελαίου, βαφές για ρούχα αλλά και για τα αυγά του Πάσχα, παραγγελίες διάφορες από φάρμακα μέχρι γιατροσόφια ,νέα απ το διπλανό χωριό, νέα σαν εφημερίδα, τι λένε στη χώρα, τι ακούνε απ τα ράδια και πάντα εκεί, στην ώρα τους, στο ίδιο μέρος.

Εδώ στο νησί, γυρολόγοι ή πραματευτάδες, ονομάζονταν οι πλανόδιοι έμποροι που περιέφεραν τα εμπορεύματά τους στα χωριά της Λευκάδας αλλά και εκτός νησιού. Τον παλιό καιρό  πήγαιναν με τα γαϊδουράκια, τα άλογα ή τα μουλάρια τους, σε  συγκεκριμένα χωριά που ο καθένας τους είχε πελατεία και σταθερές οι μέρες που ¨έμπαιναν¨ στα χωριά. Μαζί τους είχαν και κάνα κουδουνάκι σαν του δάσκαλου που χτυπάει τα διαλείμματα η καμιά τρομπέτα η ακόμα και το κουδουνάκι που είχε κρεμασμένο για να ακούγεται ο γαιδαράκος του. Σπάνια πλήρωναν κάποιο ντελάλη για να διαλαλήσει το εμπόρευμα, ενώ συχνά οι πραματευτάδες παρέδιδαν ειδικές παραγγελίες σε πελάτες με τους οποίους είχαν προσυνεννοηθεί (συνήθως σε κάποια προηγούμενη επίσκεψή τους).

Υπήρχαν συγκεκριμένες μέρες που πήγαιναν σε κάθε χωριό αλλά οι μέρες που ήταν κατά κύριο λόγο ευνοϊκές για τις δοσοληψίες των πραματευτάδων ήταν οι Κυριακές και οι γιορτές, οπότε έστηναν συνήθως το εμπόρευμά τους, έξω από την εκκλησία όπου μαζεύονταν όλα τα μέλη μιας κοινότητας. Εναλλακτικές ευκαιρίες πρόσφεραν τα πανηγύρια στα οποία υπήρχε μεγάλη προσέλευση από όλο το νησί. Στα πανηγύρια, μαζεύονταν πολλοί πραματευτάδες κι ο καθένας είχε το πόστο του.  Οι κύριες δεξιότητες ενός γυρολόγου, ήταν η δυνατή χαρακτηριστική φωνή, η κοινωνικότητά του, η ευγένεια, η κατανόηση, η εμπιστοσύνη, το ταλέντο του στο παζάρι και φυσικά η ευστροφία για την προσέλκυση της προσοχής των υποψήφιων πελατών του. Ήταν εχέμυθος και οι πληροφορίες που έπαιρνε τον βοηθούσαν στο ν αυξήσει την πελατεία του.

Με το γαϊδουράκι μπροστά κατάφορτο κι αυτός με τη βίτσα από δίπλα του να κρατάει τον κατρουμά και να σαλαγάει.Να φέρει τα νέα, να πάρει νέα, ποιος παντρεύεται, από πού παίρνει, τι προίκα παίρνει, πώς να «κλείσει» τη συμφωνία για ν αγοράσουν τα προικιά απ αυτόν κι όλα όσα μπορεί να υπολογίσει ένα μαγαζί με είδη προικός, μόνο που ετούτο το μαγαζί είναι…  περιοδεύον και μάλιστα «επί όνου».

Η σκέψη του ήταν να ικανοποιήσει την πελατεία του, νάχει όλα τα καλά κοντά του αλλά και με ποιον τρόπο θα ξεπουλήσει ή να πάρει παραγγελίες για το επόμενο ταξίδι του, πώς να πάρει μετρητά κάνα τάλιρο η άμα δεν υπήρχε, να πάρει αυγά, λάδι, καμιά κότα η να «σάξει» καμιά συμπεθεριά απ την οποία πολλές φορές εκτός απ το κέρδος της προίκας, μπορεί να έπαιρνε και προμήθεια αν η νύφη ήταν ήδη στο ράφι.

Τα εμπορεύματα ήταν τοποθετημένα με τάξη, διπλωμένα όμορφα, μέσα σε κασελάκια δεμένα καλά στο σαμάρι κι από πάνω συνήθως στρωμένα επίσης με τάξη τα χοντρόσκουτα, κουβέρτες, κουβερλί, κουρτίνες κλπ. Μερικές φορές κι ανάλογα με την ποιότητα και την φύση του εμπορεύματος έβαζαν τα εμπορεύματα σε μεγαλύτερες κασέλες με βιτρίνα-τζάμι. Στα κολιτσάκια του σαμαριού κρεμούσαν μπότηδες και παδέλες με προσοχή να μη χτυπάνε και σπάσουν αλλά και παπούτσια, κυρίως γαλότσες και ελβιέλες σε διάφορα χρώματα και μεγέθη για γυναίκες, άντρες και παιδιά. Όχι πολλά όμως γιατί δεν αγόραζαν τότε έτοιμα παπούτσια. Τα έφτιαχναν παραγγελία στον τοπικό τσαγκάρη με το απόλυτο στάμπο-αποτύπωμα απ τη γυμνή πατούσα στο στρατσόχαρτο με όλο το περίγραμμα με το χοντρό μολύβι του τσαγκάρη που πάντα το στερέωνε στ αυτί του.

Τους αγαπούσαν όλοι τους πραματευτάδες ιδιαίτερα οι γυναίκες που μαζευόταν όπου ήταν το στέκι τους. Άλλη έφερνε νερό στο ζωντανό άλλη κάτι τίς για δαύτονε αν και ο μετακινούμενος έμπορος  είχε κάμει κουμάντο για όλα. Ακόμα και σανό για το ζωντανό του είχε μαζί. Όμως συνήθως σ ένα δεύτερο ζώο, είχε φροντίσει για τα χρειαζούμενα για τον ίδιο και τα ζωντανά του αλλά και τα δοχεία, μπρακάτσια, ντενεκέδες και τα καλάθια για ν ανταλλάξει το εμπόρευμα με τοπικά προιόντα ( λάδι, κρασί, ξύδι, αυγά, κότες, τυρί) άμα δεν υπήρχαν μετρητά.  Ήταν σαν έμποροι , γλυκομίλητοι, αρκετά περιποιημένοι ακόμα και γραβάτα και πλατύγυρο καπέλο φόραγαν μερικοί, παρότι ταλαιπωρημένοι κι είχαν τον τρόπο να παίρνουν όπως είπαμε  πολλές χρήσιμες πληροφορίες από το χωριό αλλά μετέδιδαν και αυτές που είχαν ακούσει στο διπλανό χωριό.

Είχαν πήλινα ( παδέλες, ρομπόλια , κανάτια) και τα άλλαζαν με ντομάτες, πατάτες, σταφύλια και ό,τι είχε το διπλανό χωριό. Αν το χωριό είχε μπόλικο νερό για πότισμα κι επομένως καλλιέργειες όπως π.χ. ο Σύβρος λόγω του άφθονου νερού που είχε από πολλές πηγές, έπαιρναν αυτά τα προϊόντα και τα πουλούσαν σε διπλανά ξερικά χωριά Φτερνό, Πόρο, Κατωχώρι που είχαν έλλειψη νερού άρα και έλλειψη φρέσκων λαχανικών. Επίσης οι γυρολόγοι-μεταπράτες απ τα μπροστινά χωριά, ερχόταν στα δικά μας πίσω απ το βουνό που είχαν παραγωγή σε διάφορα αγροτικά προϊόντα κι έπαιρναν βρακατσάνους, δαμάσκηνα, αφρόμηλα, απίδια, κορόμηλα ή σφήνες τυρί-πέτρα απ τ αλάτι για να διατηρούνται.

Δεν πρόφτασα πολλούς πραματευτάδες, μέσα σ άκρες ίσα που θυμάμαι στο χωριό της βαβάς μου της Ακριβής στην Κοντάραινα που ερχόταν ή συναντάγαμε στο δρόμο τον μπάρμπα Βαγγέλη τον Φουρλάνο-Γκίκα από το Βουρνικά που ήταν πολύ ευγενής και γλυκομίλητος άνθρωπος. Συνέχισε το επάγγελμα του πεθερού του, του Γιάννη Χρυσοβιτσάνου. Ερχόταν και στο λατινιέρικο του πατέρα μου στη Βασιλική για καμιά εξυπηρέτηση πελάτη του και τον θυμάμαι.   Ο Βαγγέλης ο Φουρλάνος ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα για την κοινωνία των πίσω κυρίως χωριών όπου έκανε το επάγγελμα του γυρολόγου- μεταπράτη με το γαιδαράκο του. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος αν και ορφανός από μικρός, είχε μελωδική φωνή γι αυτό έγινε και ψάλτης που έψελνε μελωδικά μέχρι το τέλος της ζωής του είτε στο Βουρνικά είτε στον Αη Γιάννη στο Ροδάκι αλλά είχε κι άλλα χαρίσματα όπως χιουμορίστας και πολύ φιλόξενος. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό για όποιον έφτανε στο χωριό ή για όποιον είχε ανάγκη. Η πελατεία του ήταν τα πίσω χωριά Σύβοτα, Σύβρο, Αη Λιό,Βασιλική, Κοντάραινα, Μαραντοχώρι, Εύγερο, Φτερνό κι έφτανε μέχρι Άλατρο από το μονοπάτι στο Λαϊνάκι.

Θυμάμαι ακόμα τον Σπυραντώνη τον Βαγενά που είχε ένα εμπορικό πολύ sic στη Βασιλική μ ένα ράδιο ψηλά σ ένα ράφι για ν ακούμε ποδόσφαιρο ή τα τραγούδια του Καζαντζίδη απ τον σταθμό της Αμαλιάδας με πληρωμένες παραγγελίες (!) ή τα αποτελέσματα των εκλογών. Ο Σπυραντώνης ήταν πάντα ντυμένος στην τρίχα κι είχε μπούκλα το μαλλί, καλοχτενισμένο με μπόλικο μπριγιόλ να μη το χαλάει ο αέρας όταν οδηγούσε τη μηχανή του,  μια κούκλα BMW  με καλάθι δίπλα που την φόρτωνε κάθε τόσο και πήγαινε σ όλα τα χωριά με ένα σωρό εκλεκτά όντως υφάσματα και είδη προικός.

Από την Βασιλική ξεκινούσαν για τα χωριά του πρώην δήμου Ευγήρου, Κοντάραινα, Μαραντοχωρι, Εύγηρο, Φτερνό, Σύβρο, Βουρνικά, κατά τα γραφούμενα του θείου μου, συμβολαιογράφου Γιάννη Φλογαΐτη (πατέρα του καθηγητή Σπύρου Φλογαΐτη) που το αναφέρει σελ.102 των «Λαογραφικών» του,  ο Γεράσιμος Καγκελάρης-Κορμόζος και κάποια κυρία Στάσα που πιθανόν να είχε πιο… λεπτεπίλεπτα είδη για κυρίες.

Θα παραθέσω ονόματα και παρατσούκλια -μορφές αυτού του τύπου εμπορίου- όπως μου τους περιέγραψαν διάφοροι φίλοι μου που τους θυμόντουσαν. Απ τον Βουρνικά  λοιπόν ξεκίναγε ο Βαγγέλης ο Γκίκας όπως είπαμε αλλά κι ο Θωμάς ο Μπελεγρίνος Μποζόνης απ το Σύβρο, πιο οργανωμένος με πιο πολύ εμπόρευμα και σε πιο πολλά χωριά, μέχρι και Εξάνθεια έφθανε με δυο μουλάρια (που ήταν πιο ανθεκτικά στο φορτίο) και ένα γαϊδουράκι. Αργότερα κυκλοφορούσε μ αυτοκίνητο κι όργωνε όλη τη Λευκάδα και το Θιάκι. Μου είπαν ότι είχε και μια κασέλα ξύλινη με βελόνια και κλωστές που την φόρτωνε στην πλάτη(!) ενώ η επόμενη γενιά οργάνωσε μαγαζί στο Νυδρί. Από το Κατωχώρι ο ονομαστός μπάρμπα Κώστας ο Μπλούκος με τον αδερφό του τον Φίλιππα, με δυο τρία γαϊδούρια. Οι ατάκες του μπάρμπα Κώστα του Μπλούκου (φοβερός σε αστεία) έχουν μείνει στην ιστορία. Ακόμη και σήμερα τις θυμούνται.

Αρκετοί ήταν κι από την κεντρική-ορεινή Λευκάδα, απ τα χωριά των Σφακιωτών κι απ την Καρυά που ήταν (και είναι) κεφαλοχώρι κι είχε πολλά μαγαζιά. Ένας απ αυτούς, με το αστείρευτο  περιπαικτικό του χιούμορ ήταν κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Γκράς που τον θυμάμαι όταν κατέβαινε στη χώρα και «πείραζε» όλο το παζάρι με τις ατάκες και τον θυμό του για το βασιλιά και τον Καραμανλή. Είχε  στην πραμάτια του πάνω στο γαϊδουράκι του που γύριζε σ όλη την κεντρική ορεινή Λευκάδα από σκούφιες και καλτσοδέτες μέχρι πέταλα για άλογα, ακόμα και πένθη για κηδείες ( που βάνανε στο μπράτσο οι άντρες όταν κάποιος απ την οικογένεια πέθαινε)! Ακόμα –όπως όλοι άλλωστε- είχε πολύχρωμες κλωστές «πεταλούδας», βελόνες πλεξίματος αλλά και βελονάκια για δαντέλες, εταμίν και ο,τι παραγγελίες έπαιρνε απ το προηγούμενο ταξίδι του.   Όλοι πληρωνόταν με δραχμές αλλά αρκετές φορές όπως είπαμε και με  ότι είχε η κάθε νοικοκυρά όπως αυγά, καμιά κότα που κρέμαγε ζωντανή στα κολιτσάκια του γαιδάρου κι εκείνη έβγανε την κόρυζα μέχρι προσωρινά να την αφήσει ελεύθερη και ζωντανή στον κάτοικα μές τη λιθιά. Έπαιρναν ακόμα εκτός από τυρί, μαλλιά, λάδι ακόμα και ξύδι!

Η Καρυά όπως είπαμε σαν κεφαλοχώρι είχε οργανωμένο εμπόριο άρα και αρκετούς πλανόδιου  μικροπωλητές που κάλυπταν τα γύρω χωριά, Κολυβάτα, Αλέξανδρο, Σφακιώτες Βαυκερή, Πλατύστομα, Εγκλουβή κλπ. Μου είπαν μερικούς, όπως ο Ηλίας ο Τούμπας που είχε κι ένα καλό εμπορικό πάνω απ τη βρύση κι αργότερα ήταν απ τους πρώτους που βγήκαν στη γύρα με αυτοκίνητο. Ακόμη ο Γιάννης ο Γκέκας, ο Καροτσέρης, ο Γιάννης ο Λάϊζας που πήγαινε συνήθως Εξάνθεια και Δρυμώνα που όπως θυμάται ο φίλος μου ο Νίκος φώναζε «παίρνω κι αυγά». Αυτό –όπως μου διηγήθηκε- στα παιδικά χείλη της αδερφής του μεταφράστηκε όταν έπαιζαν σε ¨παίρνω παιδιά¨ και  ¨παπούτσια φρέσκα¨ μιας κι έφταναν στην Εξάνθεια και μικροπωλητές με φρέσκα φρούτα και λαχανικά…

Ωραία χρόνια!! Επίσης απ την Καρυά ήταν ο Γεράσιμος Κτενάς-Γεραμής, ο Βασίλης Μπαλάσης και άλλοι που δεν τους έμαθα. Απ τον Αη Πέτρο-άλλο κεφαλοχώρι κι αυτό- ξεκίναγαν στα πίσω χωριά ο Βαρδαράμος, ο Σπουργίτης, ο Χατζούρας που πελατεία είχαν στα χωριά των ενωμένων πολιτειών αλλά και Χορτάτα, Δράγανο, Κομηλιό,Αθάνι που είχε και τοπικό γυρολόγο, τον Λάμπρο το Σίδερη, όπως μου είπε ο φίλος μου ο Πολυχρόνης. Τα χωριά των ενωμένων πολιτειών της Λευκάδας είναι το Μανάση, Νικολή, Αη Βασίλης,Αη Θόδωρος, Ρουπακιάς, όλα κάτω απ τον Σταυρωτά, στο νότο. Σ αυτά τα χωριά που ήταν κάποτε μικρά αλλά δυναμικά χωριά πήγαινε επίσης ο Σταύρος απ το Κομηλιό  όπως κι ο Φάνης ο Μητσαριόλος απ τον Αη Πέτρο . Στις ενωμένες πολιτείες κυκλοφορούσε μ ένα καλάθι στο χέρι κι ο Γιώργος ο Βερτελάς με ρουκέλες, μουλινέδες  και κλωστές με  κατηβότερες ποιότητες, όπως μάρκα «κιθάρας»  και δαχτηλίθρες για κέντημα και μπάλωμα.

Τότε, όλων μας τα παντελόνια είχαν εκεί που καθόμαστε ή στα γόνατα κάτι υπέροχα παραθυράκια. Ήταν τα μπαλωμένα παντελόνια που είχαν τρυπήσει κι άμα έβρισκαν οι νοικοκυράδες ένα καινούργιο ύφασμα, συνήθως από καμιά τσέπη ή απ το ρεβέρ , το έραβαν επάνω στο χαλασμένο ύφασμα κι έτσι έδινε παράταση ζωής στο τρύπιο ρούχο! Οι περισσότεροι κυκλοφορούσαμε καθημερινές και λιγότερο τις γιορτάδες μέρες με τα μπαλώματα στον κ@λο, με το συμπάθιο.

Θυμάμαι, για να συνεχίσω την αφήγηση, τον μπάρμπα Ατζουλή απ τ Αθάνι που ροβόλαε (κατέβαινε) με το μουλάρι από τους Κόκκους, τον δρόμο ζικ ζακ πάνω από την Πόντη που έχει κλείσει τώρα απ τα πουρνάρια κι έφερνε μέλια, κερήθρες μελωμένες που μοσχοβόλαε ο τόπος, κερί και κρασί στην αγορά της Βασιλικής κάθε Κυριακή. Θα αναφέρω παρακάτω ονόματα  και παρατσούκλια που μπορεί να έχουν υποστεί παραφθορά ή δεν τα συγκράτησα καλα.  Απ το Καλαμίτσι που είχαν σαν περιοχή Δρυμώνα( αν κι από εκει είχε πελατεία κι ο Κώστας ο Φέτσης),Εξάνθεια, Αη Νικήτα, ηταν ο σχωρεμένος φίλος μου ο Γιώργος ο Περδικάρης- Γρίβας. Επίσης ο Μπαρτζώκας με δυό μουλάρια δυνατά   μαζί με τον αδερφό του Νίκο τον Ζαμπρακάκη, άντρας της θεόρατης Διονύσως που πήγαιναν και στις ενωμένες πολιτείες . Τα δυό αδέρφια ειχαν σαν παρατσούκλια ονόματα στρατηγών, χωρίς νάχουν το μπόι τους(!), ο Ζυμβρακάκης μάλιστα το όνομα του στρατηγού της Κρητικής επανάστασης!  Συνηθιζόταν στα χωριά λόγω ίδιων επιθέτων να δίνουν ανάλογα με το ύφος,την αυστηρότητα ή την κορμοστασιά τους παρατσούκλια από ήρωες ή ξακουστά ονόματα όπως Καραισκάκης, Καραίσκος, Πλαπούτας, Κολοκοτρώνης, Σελήμπεης, Γιαγκούλας ακόμα και Κεμάλης!

Στον Αγιο Νικήτα και σίγουρα και σε άλλα χωριά πήγαινε ο μπαρμπα Κώστας ο Ιωακειμίδης με εκλεκτά και δυσεύρετα εμπορεύματα που σαν πρόσφυγας είχε διαφορετική κουλτούρα εμπορίου απ ό,τι οι ντόπιοι.  Από Πηγαδισάνους ξεκίναγε ο Τζούνιας, ο Αποστόλης Γκούμας, ο Νίκος Μικρώνης- Καρτούτσος. Περίπτωση ειδική ήταν ο Μιχάλης Καράμπαλης-Τσετζερούλης, πατέρας του Νιόνιου και είχε πελατεία στα χωριά του Ξηρόμερου. Μου διηγήθηκαν ότι έπαιρνε απ το σπίτι του στη χώρα ένα μπόγο και διάβαινε με το λεωφορείο όπου έφτανε και μετά ο μπόγος στην πλάτη. Γύριζε πολλές φορές με τα πόδια (παρότι η γυναίκα του τον φώναζε να μην έρχεται με τα πόδια ) φορτωμένος συνήθως τραχανά και  αυγά που υπήρχαν μπόλικα απ τις ελεύθερες κότες στα χερσοχώραφα του Ξηρόμερου. Καμιά φορά ανέβαινε και στου Τζάου το αμάξι που πήγαινε Μοναστηράκι αλλά αν έβρεχε έπρεπε να κρατάει και.. ομπρέλα γιατί απ την οροφή έσταζε συνήθως νερό ποτάμι. Ο Μιχάλης ο Τζετζερούλης όμως δεν καταλάβαινε απ αυτά γιατί πέρασε πολλές κακουχίες και υπήρξε μάλιστα ένας απ τους ήρωες του Αφιόν Καραχισάρ (έφυγε 19 χρονών και γύρισε στο χωριό 32). Σώθηκε μαζί με άλλους Λευκαδίτες συμπολεμιστές του στρατιώτες και μάλιστα μετέφερε στην πλάτη του μέχρι το πλησιέστερο υγειονομικό σταθμό τον Α.Καλυβιώτη ο οποίος σώθηκε και το διηγείτο όταν γύρισε στη Λευκάδα.

Μια ξεχωριστή περίπτωση υπήρξε ο Ντόβας απ το Καλαμίτσι που πούλαγε στα χωριά κυρίως ξύδι( !) και ήταν μάλιστα κουλός μιας και είχε χάσει το ένα του χέρι απ τον καρπό με το δυναμίτη. Πολύ το μπουρλότο στη θάλασσα κάτου απ το Καλαμίτσι τότε  Σε όλα τα απρόσιτα χωριά βέβαια, έριχναν δυναμίτες για ψάρια, Πόρο, Εύγηρο, Αθανοδράγανα, Τσουκαλάδες, Αγ.Νικήτα ,Μεγανήσι ,Κάλαμο και άλλα. Ανέβαιναν στα κοντριά στην άκρη της θάλασσας (π.χ.Καβαλικευτά, όξου κόντρο,πλάκα κλπ ) παρατηρούσαν υπομονετικά τα σημάδια της θάλασσας κι όταν έβλεπαν κοπάδι τα ψάρια, πέταγαν μια δυο πέτρες, μαζευόταν μπουλούκι τα ψάρια ,άναβαν το φυτίλι και το πέταγαν γρήγορα να μη σκάσει στα χέρια τους όπως γινόταν αρκετές φορές στην προσπάθειά τους να διακρίνουν καλύτερα το μπουλούκι με τα ψάρια ή προκειμένου να μαζευτούν περισσότερα. Γέμιζε η θάλασσα σκασμένα ψάρια κι έπεφταν τσίτσιδοι  κολυμπώντας και τα μάζευαν σε καλάθια, σε απόχες ακόμα και σε τσουβάλια και τ ανέβαζαν στα χωριά μέσα σε τομαροσάκκουλα. Θυμάμαι , κοντά στα 1980 που περνώντας από το Καλαμίτσι με φώναξαν να δώ το θέαμα σ ένα κατώι γεμάτο ψάρια κεφάλια και γοφάρια που ήταν από μπουρλότα. Θεόρατα ψάρια που λαμποκοπάανε! Τέτοια ψάρια, θεόρατα, λένε πως κόκευε από ψηλά ο Καλαμιτσώτης Πάνος  Ντσίρης , ο γιός της Αλεφάντως(!).

Όμως λένε πως ο καλύτερος «μπουρλοτιέρης»  ήταν ο Άγγελος ο Κολοκάσης (παππούς του Άγγελου) μέχρι που πήγε στο δικαστήριο και κέρδισε την αθώωσή του με την υπόσχεση ότι δεν θα ξαναπάει στη θάλασσα πράγμα που τήρησε μέχρι το θάνατό του! Το Καλαμίτσι που πρέπει νάχε ακμή στο εμπόριο ήταν  κι  ο Γιώργος Γαζης-Αρετούρας για τον οποίο μου διηγήθηκαν ότι πήγε στην Αυστραλία μετανάστης κι όταν γύρισε φορούσε πάντα γραβάτα και μάλιστα είχε ρωτήσει περιπαικτικά κάποτε τον Γιώργο τον Περδικάρη μπαίνοντας στο μαγαζί του στην κεντρική αγορά της Λευκάδας αν έχει ακόμα το… γάιδαρο πράγμα που του Γιώργου του κακοφάνηκε.

Στα  χωριά των  Σφακιωτών πήγαιναν ο Ευγένιος Ζαβιτσάνος, ο Τάκης ο Μάλφας ή Μπαλάσης, οι αδεφοί Τούμπα ή Μποροκόνοι (Ηλίας και  Βασίλης) που αναφέραμε παραπάνω, ο Ανδρέας ο Κασούνης κ.α.. Ήταν πολλοί απ’ την Καρυά και πήγαιναν στα ορεινά χωριά την δεκαετία του 1950 και του 1960 με τα γαϊδούρια φορτωμένα με δύο κασελέτες  και πουλούσαν υφάσματα είδη προικός και κάποια είδη του σπιτιού (πιάτα,κουταλοπήρουνα κλπ).

Από τα Πλατύστομα ξεκινούσε ο Παπανελόπουλος με δυό μουλάρια,(που απ ότι μου διηγήθηκαν είχε να θρέψει 7 παιδιά ), κι έφτανε μέχρι την Κατούνα και Σφακιώτες. Κρέμαγε τα εμπορεύματα σε μεγάλες βιτρίνες  δεξιά κι αριστερά  στο γάιδαρο αλλά για να μη σπάνε τα τζάμια είχε βάλει κοτετσόσυρμα (ψιλό σύρμα) καλά καρφωμένο στο τελάρο της πόρτας. Επίσης στην Κατούνα έφτανε απ την Καρυά ή απ τους Πιατσάνους ο Φώντας ο Μάλφας που εκτός από τα εμπορεύματα, στις δυό μεριές του καταλαδωμένου ζώου είχε και πολλά δοχεία τσίγκινα κρεμασμένα στα κολιτσάκια για να πληρώνεται και σε είδος (όπως έκαναν και όλοι σχεδόν) αλλά που ο Μάλφας δεχόταν όχι μόνο λάδι αλλά και τις μούργιες (τα κατακάθια) απ το λάδι που φυσικά πούλαγε σε εμπόρους που έφτιαχναν σαπούνι!

Μου διηγήθηκαν μια εμπειρία γύρω στα 1950 όπου ο παπούλης του Αλέκου του Κολυβά του φαρμακοποιού,ο Αλέκος Κολυβάς που έμενε στον Αλέξανδρο, είχε δυό μουλάρια θεόρατα,(θεόρατος ήταν κι ίδιος ) και μαζί με τα δυό του παιδιά, τον Μαρίνο και τον Κώστα που τα φόρτωνε κατσούλα στην κορυφή απ τα εμπορεύματα, στο σαμάρι κι εκείνος με τα πόδια, έκαναν διαδρομή ολόκληρη σχεδόν την Λευκάδα. Ξεκίναγαν χαράματα απ τον Αλέξανδρο κι έπιαναν Πλατύστομα- Εγκλουβή- Βαυκερή- Νιοχώρι- Βλυχό και το βραδάκι έμπαιναν στα Χαραδιάτικα. Αφού τέλειωναν τα αλισβερίσια με τις γυναίκες του χωριού, πήγαιναν συνήθως στου Στέφανου του Μήτσουρα το σπίτι όπου με κάνα πιάτο λάχανα μ ένα αγκαθό ψωμί και τυρί που είχαν μαζί τους στο σακούλι και μπόλικο λάδι, άραζαν στη φωτιά και εκεί, πέρναγε η νύχτα  μέχρι το πρωί-χαράματα να ξεκινήσουν ανηφορικά προς  Άλατρο (που τότε ήταν μεγάλο χωριό με 14 εκκλησίες!) για να κατεβούνε μετά Αη Λιό, Σύβρο- Βουρνικά κλπ και να φτάσουνε απ τό Φτερνο στον Πόρο που επίσης έμεναν το βράδυ!

Ο Αλέκος Κολυβάς με τον γιό του τον Μαρίνο,(προσέξτε το ντύσιμο του μικρού!)

Οι περισσότεροι γυρολόγοι τα εμπορεύματα που μεταπωλούσαν τα έπαιρναν από εμπόρους της Λευκάδας, όπως τον Καλογιάννη και τον Παράσχο, τον Βερύκιο ή τον Βανδώρο. Οι πιο οργανωμένοι όμως διάβαιναν με το ¨Γλάρο¨ στην Αθήνα που έκανε Λευκάδα-Πειραιάς 24 ώρες και συνήθως ψώνιζαν γυαλικά και αργότερα τα νέας γενιάς πλαστικά κουζίνας από τον Σπύρο τον Φατούρο-Πάπιο που αν θυμάμαι καλά είχε μαγαζί στην οδό Παλλάδος στου Ψυρρή ή στην Πάτρα σε μεγάλες αποθήκες και ψώνιζαν από μεγαλέμπορους ή μικρές βιοτεχνίες.Τα συσκεύαζαν σε μπόγους και τα φόρτωναν σε κάνα φορτηγό που ερχόταν Λευκάδα, έμπαιναν κι αυτοί μέσα κι ερχόταν. Μερικές φορές φόρτωναν τους μπόγους με την μπίγα στο Γλάρο και ξεφόρτωναν ή στη Βασιλική ή στη χώρα.

Η μπίγα του Γλάρου

Εκεί τους περίμενε κάποιος δικός τους με τα μουλάρια τους και δρόμο για την έδρα, στο χωριό όπου γινόταν το διάλεγμα και η τιμολόγηση ώστε να είναι έτοιμο το τσεσίτι για κάθε χωριό.

Υπήρχαν και στην πόλη πλανόδιοι είτε πεζοί είτε με καρότσια είτε με καλάθια ή γαιδουράκια που πούλαγαν στις γειτονιές από σαπούνια και εσώρουχα (Πολυμέρης, Αργύρης Ανάργυρος που τα πούλαγε μέσα σε κασελάκι), μέχρι ζαρζαβατικά φρέσκα απ τα περιβόλια του Βαλαωρίτη (Κατσιναίοι κλπ) ή  ο μπαρμπα Γιάννης Κίτσος ή Έμπλαστρας ή Μιλάνος(ειδικός στα ψιλικά κάθε είδους), ο Μ.Μαραγκός- Μακρύνας,ο Κεφάλας με τα παπούτσια αραδιασμένα στο δρόμο, ο Τσετσεπούς αλλά κι ο Βασίλης ο Τσιγόνιας με το ειδικά διαμορφωμένο καλαθάκι του γεμάτο φρέσκους ξηρούς καρπούς σε χωνάκια και πάντα με την μακρυά λευκή του ποδιά αλλα κι ο  Χρήστος ο Ζακχαίος με τα τζαλέτια του.

Στη χώρα κατέβαιναν μέχρι πριν λίγα χρόνια και οι αγρότες απ τα χωριά που πεζοί πούλαγαν σκόρδα, κρεμμύδια,( Ανδρέας Καρύδης-Γιαγκούλας απ το Καλαμίτσι), πορτοκάλια και κυρίως λεμόνια  απ το Νυδρί όπως ο Κυριάκος ο Γαζής που έγραφε στην πόρτα του τρομερού του τρίκυκλου «έδρα όπου νυχτώσει»(!)  ή πολλοί απ την Καρυά με αυγά και λαθίρια . Επίσης ο Νίκος ο Κρητικός, έφερνε στη χώρα τα ονομαστά ροδάκινα απ το Καλαμίτσι που μοσχοβολάγανε επειδή ήταν ξερικά και τα μεταπουλούσε σε μανάβικα όπως του Γαρύφαλλου ή του Μεσσήνη. Αλήθεια είναι ότι αυτά τα ειδικής παλιάς ποικιλίας ροδάκινα που ωριμάζουν πιό αργά απ τα συνηθισμένα , είναι όχι μονο εύγευστα αλλά και μυρωδάτα.

Υπήρχαν όμως κι εκείνοι που έκαναν τους παραγγελιοδόχους, δηλάδή τους έδιναν οι συγχωριανοί τους παραγγελίες κι ερχόταν π.χ. απ το Μεγανήσι κι έπαιρναν απ τα μαγαζιά ό,τι τους είχαν ζητήσει, φάρμακα, τρόφιμα, γνέματα, βαφές κλπ .Μου είπαν για τον Γεράσιμο τον Μπουργανά , τον Γιωργο το Βαρελά, τον Αντρέα Μπούκρα ή τον Βαγγέλη το Τζίμη απ το Μεγανήσι. Επίσης στην Πρέβεζα με το καίκι «Αγιος Νικόλαος»  του Γιώργου του Βρεττού-Κοπρίτη και του αδερφού του του Γιάννη του Κεφάλα, πήγαινε για παραγγελίες ο Γιάννης ο Κάλλιας σχεδόν καθημερινά γιατί βοηθούσε και στο δέσιμο σαν να πλήρωνε έτσι την μετάβασή του.

Όπως έγραψα πιο πάνω, έχω ακούσει ότι Λευκαδίτες γυρολόγοι πήγαιναν σ όλο το Ξηρόμερο Μοναστηράκι, Κατούνα, Αετό, Κανδύλα κλπ όπως κάνουν ακόμα τώρα αρκετοί που πουλάνε κυρίως φρέσκα ψάρια όπως έκανε παλιότερα ο Γιάννης ο Λογοθέτης-Ταμπιούτσης απ τη Λυγιά όπως και πολλοί άλλοι κυρίως απο Κατούνα-Λυγιά.

Στο Θιάκι αλλά και στην Κεφαλονιά πήγαινε και ο Μαρίνος ο Κολυβάς ο πατέρας του Αλέκου του φαρμακοποιού  που συνέχισε την δουλειά του πατέρα του Αλέκου απ τον Αλέξανδρο όπως έγραψα πιο πάνω, χωριό ανυπόταχτο-αντιστασιακό. Κυνηγημένος –σαν «ηττημένος»  απ τα γεγονότα του εμφύλιου- βρήκε καταφύγιο στο Μεγανήσι και μάλιστα παντρεύτηκε εκεί, την κόρη του παππά, την θειά Πολυτίμη που την είδε στο μπαλκόνι του σπιτιού της, την ζήτησε απ τον παππά που σαν ανοιχτόμυαλος του την έδωσε. Η πρώτη του δουλειά ήταν πλανόδιος τσαγκάρης μ ένα κασελάκι με 3-4 εργαλεία, τανάλια, σακοράφα, σπάγγο λινό, πρόγκες και γύριζε στα χωριά του Μεγανησιού. Σύντομα έφτιαξε ένα μπόγο, τον γέμισε με διάφορα είδη για προίκες και γύριζε στα χωριά με τον μπόγο στην πλάτη. Επέστρεψε μετά το ΄53 στον Αλέξανδρο και με το γαιδουράκι συνέχισε την αγαπημένη του δουλειά. Κατέβηκε στη χώρα, έφτιαξε ένα μαγαζί στην οδό Θ.Μαυρομμάτη και αργότερα κάτω απ το σπίτι του, στο στενό της μητρόπολης και πήγαινε στα χωριά πρώτα με τρίκυκλη μοτοσυκλέτα κι αργότερα μ αυτοκίνητο.

Στο μαγαζί αυτό διόρθωνε παλιές καρπέτες, μεντανίες και παλιά σεμέν που αντάλλασε στα χωριά με νέας κοπής είδη προικός. Με γαϊδουράκι γύριζε κι ο αδερφός του ο Κώστας που είχε αργότερα μαγαζί στην αγορά και ήταν κι οι δυό τους απ τους πρώτους που πούλαγαν αυτές τις καρπέτες σε ξένους οι οποίοι εντυπωσιάζοταν απ τα χρώματα, τα σχέδια και τη λαϊκή τους έμπνευση. Και οι δυό συνέχισαν  αργότερα με τα αυτοκίνητα , την δουλειά του παλιού γυρολόγου που έκανε ο πατέρας τους ο Αλέκος.

Ο Κώστας Κολυβάς με τις καρπέτες και τα μαλλινοσέντονα

Η παρακμή του επαγγέλματος αυτού ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 με την διάνοιξη των δρόμων και τη μαζική κυκλοφορία των αυτοκινήτων, οπότε κάθε καταναλωτής ή και έμπορος μιας συγκεκριμένης περιοχής μπορούσε σε λίγη ώρα να καλύψει τις  αποστάσεις για να ολοκληρώσει τις αγορές του. Ήρθε η εποχή των αυτοκινούμενων εμπόρων πλέον και όχι μικροπωλητών που με τα DATSUN και τα TOYOTA έφταναν παντού αυθημερόν. Θυμόμαστε όλοι τον πανέξυπνο έμπορο, τον Κώστα Χατζηγεωργίου που πάντα έτριβε τα χέρια του όταν έβλεπε πελάτη και που με το  αυτοκίνητό του τον φοβερό «Αμφιλόχιο» στο όνομα του πατέρα του σε χρώμα πορτοκαλί, κυριολεκτικά φορτωμένος μέσα κι έξω και… παρέξω διάβαινε σ όλο το Ξηρόμερο και την Λευκάδα κι είχε μαζί του και άδεια δοχεία γιατί μάζευε και παλιά λάδια. Είχε κι ένα μαγαζί στη γωνία της αγοράς απέναντι απ το φούρνο του Μπελέλη κι αργότερα στο στενό της Μητρόπολης που όταν έλειπε το κρατούσε η αξιολάτρευτη και ευγενέστατη γυναίκα του η κυρία Δέσποινα κι όλοι απορούσαν πού έβρισκε άκρη ο χριστιανός έτσι που είχε τοποθετημένα τα εμπορεύματά του! (οι φωτογραφίες είναι εύγλωττες). Απ όπου περνούσε ο Αμφιλόχιος δεν χρειαζόταν να κορνάρει. Η φασαρία που έκαναν όλα αυτά τα κρεμασμένα τσίγγινα δοχεία, ήταν αρκετά για να μαζευτεί ο κόσμος!! Ιδιαίτερος τύπος ο Χατζηγεωργίου, ανεπανάληπτος!!

Προσπάθησα να καταγράψω μια δραστηριότητα εμπορική αλλά και κοινωνική που έκαναν οι περιφερόμενοι έμποροι στα χωριά της Λευκάδας μέχρι που έγιναν οι διανοίξεις των δρόμων, ήρθαν τα αυτοκίνητα, οι μόδες κι όλα άλλαξαν προς τον«πολιτισμό» ή αν θέλετε στον άκρατο καταναλωτισμό. Φυσικά θα είναι ευπρόσδεκτες οι παρατηρήσεις και οι προσθήκες σας.

Παναγιώτης Σκληρός

Κατρουμάς= τα λουριά για να διευθύνουν το ζώο

Κολιτσάκια=σιδερένια άγγιστρα στο πίσω μέρος του σαμαριού

Κατηβότερες= κατώτερης ποιότητας και φτηνότερες

Τσεσίτι= συλλογή

Τομαροσάκκουλα= σακουλι από καραβόπανο

Κοκεύω=κοιτάζω,στοχεύω

Κάτοικας= η φωλιά για τις κότες μές τη λιθιά

Παδέλα,μπότης,ρομπόλι=πήλινα για νερό ή μαγείρεμα

Μπρακάτσι=συνήθως αλουμινένιο σκεύος με καπάκι για μεταφορά φαγητού

Μπριγιόλ= κάτι σαν λάκ που έβαζαν οι άντρες στα μαλλιά τους

Σαλαγάω= προτρέπω το ζώο να πάει γρήγορα

Κόρυζα=αρρώστια κότας

Βρακατσάνος=πρώιμα σύκα

Κουβαρίστρες= ξύλινοι ρόμβοι που τύλιγαν τις κλωστές

Δαχτυλίθρα=μεταλλική θήκη για να σπρώχνεται το βελόνι και να μην τρυπάει το δάχτυλο

Πένθη= μαύρα περιβραχιόνια που φορούσαν για 40 μέρες οι στενοί πενθούντες συγγενείς

Στρατσόχαρτο=το χοντρό χαρτί

πηγή :aromalefkada.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here