Το καθεστώς ουδετερότητας της Ουκρανίας βρίσκεται στο επίκεντρο των συνεχιζόμενων συνομιλιών μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, ανακοίνωσε το Κρεμλίνο

Ο επικεφαλής διαπραγματευτής της Ρωσίας είπε ότι το Κρεμλίνο πιέζει ώστε η Ουκρανία να αποκτήσει ένα καθεστώς παρόμοιο με τη Σουηδία ή την Αυστρία, δύο ουδέτερες χώρες στη δυτική Ευρώπη. «Το ουδέτερο καθεστώς της Ουκρανίας συζητείται τώρα σοβαρά, φυσικά παράλληλα με τις εγγυήσεις ασφαλείας», δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξή του στο επιχειρηματικό ειδησεογραφικό πρακτορείο RBK.

Λίγο μετά ωστόσο έγινε γνωστό πως η Ουκρανία απέρριψε την ιδέα της εφαρμογής ενός «αυστριακού ή σουηδικού» μοντέλου «ουδετερότητας», όπως ανακοίνωσε η ουκρανική προεδρία.

Ορισμένοι ειδικοί λένε ότι η ουδετερότητα της Ουκρανίας και η μη εμπλοκή της στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να είναι επωφελής για την περιφερειακή ασφάλεια. Εδώ και χρόνια το Κίεβο φιλοδοξεί να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, μια κίνηση που θα ενίσχυε σημαντικά τον στρατό του ενόψει της ρωσικής επιθετικότητας. Οι πιθανότητες ένταξης ωστόσο παραμένουν ελάχιστες.

Η Ρωσία αρνείται τους ισχυρισμούς της Δύσης ότι θέλει να επηρεάσει την Ουκρανία και ισχυρίζεται ότι η κύρια επιθυμία της είναι η Ουκρανία να είναι ουδέτερη, ένα ουδέτερο κράτος, εκτός ΝΑΤΟ. Από το 2019, η ένταξη στο ΝΑΤΟ έχει κατοχυρωθεί στο ουκρανικό σύνταγμα. Η Ρωσία ζήτησε από την Ουκρανία να το αποκηρύξει και να δηλώσει ουδέτερη.

Tι σημαίνει ουδετερότητα στο διεθνές δίκαιο

Μετά από δύο και πλέον εβδομάδες πολέμου, φαίνεται ότι η Ουκρανία δεν επιμένει πλέον στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν αποκλείει το ενδεχόμενο συνομιλιών για πιθανή ουδετερότητα της χώρας στις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία. Στο διεθνές δίκαιο, ουδετερότητα σημαίνει την υποχρέωση ενός κράτους, που προκύπτει με μονομερή δήλωση ή εξαναγκασμό, να μην αναμειγνύεται σε στρατιωτικές συγκρούσεις τρίτων κρατών.

Χαρακτηριστικά αραδείγματα χωρών που τηρούν ουδετερότητα είναι η Ελβετία, η Ιρλανδία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Αυστρία, με τις τέσσερις τελευταίες ωστόσο να αποτελούν μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ η ΕΕ έχει κοινή εξωτερική πολιτική, πολιτική ασφάλειας και άμυνας, υπάρχουν ρήτρες εξαίρεσης για να αποφευχθεί ένα συνολικό αδιέξοδο. Και οι πέντε χώρες συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα Συνεργασία για την Ειρήνη (PfP) του ΝΑΤΟ.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η επιλογή της ουδετερότητας για κάποιες χώρες είχε ως κίνητρο την πολιτική ασφαλείας. Για άλλες ήταν θέμα αρχής και νόμου. Όπως είναι γνωστό, η Ελβετία έχει την αρχαιότερη παράδοση ουδετερότητας, η οποία έχει ήδη διακηρυχτεί από το 1684.

Η ουδετερότητα της Ελβετίας έχει αναγνωριστεί τουλάχιστον από το Συνέδριο της Βιέννης το 1815. Αυτός εν μέρει είναι ο λόγος που οι Ελβετοί δεν είναι πολύ πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την ουδετερότητά τους που επιβεβαιώθηκε στο λεγόμενο Μνημόνιο της Μόσχας του 1955 από τους δυτικούς συμμάχους και τη Σοβιετική Ένωση που είχαν καταλάβει τη χώρα μέχρι εκείνο το σημείο. Οι Αυστριακοί όρισαν την ουδετερότητά τους εκείνη την εποχή ως αιώνια (“immerwährend”).

Η ουδετερότητα της Ιρλανδίας μπορεί να εξηγηθεί σε κάποιο βαθμό από γεωγραφικούς παράγοντες. Στις σκανδιναβικές χωρες, η παραδοσιακή ουδετερότητα της Φινλανδίας και της Σουηδίας πηγάζει απο διαφορετική βάση. Στη Σουηδία υιοθετήθηκε ως βασική γραμμή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας το αργότερο στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Σουηδοί είχαν χάσει την πρώην επαρχία της Φινλανδίας από τη Ρωσική Αυτοκρατορία στον Φινλανδικό Πόλεμο του 1808-1809. Η πολιτική ουδετερότητας της Σουηδίας την κράτησε με επιτυχία από δύο παγκόσμιους πολέμους. Αυτός είναι ο λόγος που η ουδετερότητα έχει γίνει μέρος της σουηδικής ταυτότητας.

Ωστόσο, σημειώθηκαν μερικές παραβιάσεις αυτής της ουδετερότητας. Η Σουηδία λογου χάρη πούλησε πρόθυμα χάλυβα και σίδηρο στη Γερμανία και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, ενώ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου δεσμεύτηκε κρυφά να συνεργαστεί με το ΝΑΤΟ σε περίπτωση που η Ευρώπη παρασυρόταν σε στρατιωτική σύγκρουση.

Πώς λειτουργεί σε Αυστρία και Σουηδία το μοντέλο αποστρατιωτικοποίησης που συζητούν οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι

Εφαρμογή του αυστριακού ή του σουηδικού μοντέλου ουδετερότητας φέρεται να έχουν εισηγηθεί οι επιτελείς του Κιέβου, προκειμένου να τερματιστεί η ρωσική εισβολή στη χώρα τους. Ο επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας, Βλαντιμίρ Μεντίνσκι, που διαπραγματεύεται σχεδόν σε καθημερινή βάση με τους Ουκρανούς για την εκεχειρία, δήλβσε ότι στις συνομιλίες που προηγήθηκαν, το Κίεβο πρότεινε να δημιουργηθεί στην Ουκρανία μια «αυστριακή ή σουηδική εκδοχή ενός αποστρατιωτικοποιημένου κράτους, που θα έχει όμως τις δικές του δυνάμεις».

Στην πράξη, το αίτημα του Κιέβου γυρνά τις σελίδες της ευρωπαϊκής Ιστορίας πίσω στο 1955, οπότε και διευθετήθηκε το ψυχροπολεμικό status για όσες ευρωπαϊκές χώρες επέλεξαν να μείνουν εκτός από κάθε είδους περιφερειακό ανταγωνισμό ανάμεσα στο δυτικό και το σοβιετικό μπλοκ.

Πρότυπο αυτής της κατάσταση αποτελεί η Αυστριακή Συνθήκη για το Κράτος (Συνθήκη της Ανεξαρτησίας) της Αυστρίας που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 15 Μάϊου του 1955, ανοίγοντας το δρόμο για την διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, μετά από μια δεκαετή μεταπολεμική εκκρεμότητα, αφού η χώρα είχε διασπαστεί σε τέσσερις ζώνες μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Την υπογραφή της συνομολόγησαν οι Υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της χώρας ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, δεσμευόμενοι ταυτόχρονα για την ακεραιότητα και το απαραβίαστο της αυστριακής επικράτειας. Παράλληλα, η Συνθήκη είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση όλων των συμμαχικών δυνάμεων από τη χώρα τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 1955 η χώρα διακήρυξε την μόνιμη ουδετερότητά της.

Με τη Συνθήκη, (Austrian State/Independence Treaty) η Αυστρία δεσμεύεται σε ουδετερότητα και με βάση το σύνταγμά της απαγορεύεται:

· η είσοδος σε στρατιωτικές συμμαχίες και

· η δημιουργία ξένων στρατιωτικών βάσεων στο αυστριακό έδαφος

· η συμμετοχή σε πόλεμο.

Η ανεξαρτησία της Αυστρίας μέσω της Συνθήκης υπήρξε απαίτηση της Σοβιετικής Ένωσης με βάση το Μνημόνιο της Μόσχας (1943), ενώ συντάχθηκε στα πρότυπα της ουδετερότητας της Ελβετίας.

Από το 1834 διαρκεί η ουδετερότητα της Σουηδίας

Ακόμη πιο πίσω στο χρόνο πηγαίνει το καθεστώς ουδετερότητας της Σουηδίας, το οποίο εδράζεται σε μια βαθιά ιστορική παράδοση της χώρας και δεν αποτελεί προϊόν κάποιας Συνθήκης. Συγκεκριμένα, η ουδετερότητα της χώρας απέναντι σε πολεμικές συρράξεις θεσπίστηκε επίσημα από τον βασιλιά Γουσταύο XIV το 1834 και τηρήθηκε στη διάρκεια και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, παρότι η χώρα αποτελούσε σημαντική στρατιωτική δύναμη.

Εξαίρεση αποτέλεσε το 1941, όταν επιτράπηκε στις γερμανικές δυνάμεις να διέλθουν από το σουηδικό έδαφος στο φινλανδικό μέτωπο, ενώ η Σουηδία ταυτόχρονα προστάτευσε τους πρόσφυγες από τον ναζισμό.

Μετά το 1945, ωστόσο, η χώρα επέλεξε να διατηρήσει το ουδέτερο καθεστώς της, απέχοντας από στρατιωτικές συμμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. Έτσι, από την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων, η Σουηδία δεν έχει εμπλακεί σε καμία πολεμική σύγκρουση. Ως μερική ρωγμή στο καθεστώς ουδετερότητάς της θεωρήθηκε από κάποιους αναλυτές η είσοδος της χώρας το 1995 στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 1995, ενώ διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με το ΝΑΤΟ, αν και δεν αποτελεί μέλος της Συμμαχίας.

Ουδετερότητα, το κλειδί για την επίλυση της κρίσης

Σύμφωνα με τον Φώτη Μουστάκη, αναπληρωτή καθηγητή στρατηγικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ, η επιμονή της Ρωσίας ότι δεν θέλει να επηρεάσει την Ουκρανία αμφισβητείται. «Η αλήθεια είναι ότι από το 2008 και μετά τη Διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές στη Δύση ότι δεν θα ήθελε να ξεφύγει η Ουκρανία από τη ρωσική τροχιά και επιρροή», είπε στο Al Jazeera.

«Η Ρωσία δήλωσε ανοιχτά και σταθερά ότι η Διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008, η οποία επιβεβαίωσε ότι η Γεωργία και η Ουκρανία θα γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ, ήταν ένα κολοσσιαίο στρατηγικό λάθος, άμεση απειλή για τα βασικά στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας».

«Η Ρωσία δεν έχει την επιθυμία ή την ικανότητα να καταλάβει πλήρως τη χώρα. Η ουδετερότητα είναι πανάκεια για την επίλυση της τρέχουσας κρίσης και η Φινλανδία λόγου χάρη είναι το μοντέλο που παρέχει μια λογική πορεία για τη συνέχεια», είπε ο Μουστάκης.

Ωστόσο, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το τι θα σήμαινε η ουδετερότητα για την Ουκρανία, εξηγεί η Καθριν Ράιτ, καθηγήτρια διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. «Για να είναι ρεαλιστικές οποιεσδήποτε συνθήκες θέτει ο Ζελένσκι, θα πρέπει να έχουν την αποδοχή Ουκρανών που ζουν στη σκιά ενός επιθετικού γείτονα και έχουν δει τώρα τους χειρότερους φόβους τους να επαληθεύονταιι», είπε.

«Μια ουδέτερη Ουκρανία δεν θα ήταν πλέον εταίρος του ΝΑΤΟ, αν και άλλα ουδέτερα κράτη, ιδίως η Φινλανδία και η Σουηδία, είναι εταίροι του ΝΑΤΟ. Μια τέτοια πορεία προς την ένταξη στο ΝΑΤΟ, όσο απίθανο κι αν είναι να εκπληρωθεί, θα είναι μια κόκκινη γραμμή για τον Πούτιν που βλέπει την Ουκρανία διαφορετικά.

Το πιο πιεστικό ζήτημα που προκύπτει ωστόσο είναι αν η ουδετερότητα θα μπορούσε να οδηγήσει στην ειρήνη. «Μια ουδέτερη Ουκρανία θα πρέπει να αναζητήσει δεσμούς ασφαλείας εκτός του ΝΑΤΟ για να αποτρέψει την επανάληψη μιας εισβολής. Πιθανότατα θα προσβλέπει σε άλλα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ [Κίνα, Γαλλία, ΗΒ, ΗΠΑ] για να βοηθήσουν να διατηρηθεί αυτό», σημείωσε ο Ράιτ.

Οι ειδικοί φαίνεται να συμφωνούν ότι η ουδετερότητα είναι ο δρόμος προς τα εμπρός. «Θα βοηθούσε πολύ στην επίλυσή του. Στον ιδανικό κόσμο του, ο Πούτιν μπορεί να ονειρευόταν μια Ουκρανία ενωμένη με τη Ρωσία σε μια ενιαία κυρίαρχη μορφή κράτους, αλλά τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων έδειξαν ότι αυτό είναι ένα εξαιρετικά απίθανο αποτέλεσμα», λέει ο Γκράχαμ Τζιλ, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.

Στην αρχή της κρίσης, ο Πούτιν είχε ζητήσει από το ΝΑΤΟ να εγγυηθεί οτι η Ουκρανία δε θα γίνει μέλος του και επεδίωξε την απόσυρση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ μακριά από τα ρωσικά σύνορα. «Αυτά απορρίφθηκαν αδικαιολόγητα από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ», είπε ο Τζιλ. «Εάν αυτές οι διαπραγματεύσεις είχαν γίνει ρεαλιστικά, η σύγκρουση μπορεί να είχε αποφευχθεί. Δυστυχώς, αμφιβάλλω ότι είτε το ΝΑΤΟ είτε οι ΗΠΑ θα καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα παραδεχτεί κανείς κάποια ευθύνη για τη σύγκρουση».

Ο Ράιτ συμφωνεί λέγοντας ότι μια ουδέτερη Ουκρανία «είναι πιθανό να είναι το κλειδί για μια ειρηνική επίλυση της τρέχουσας σύγκρουσης και να θέσει τέλος στη ρωσική εισβολή». Ωστόσο, η επίλυση αυτής της σύγκρουσης θα βασίζεται σε σημαντικές παραχωρήσεις και από τις δύο πλευρές. Η ιδέα της ουδετερότητας είναι πιθανό να αποτελέσει κεντρικό μέρος οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης.

πηγή : newsbomb – protothema

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here