Γράφει ο Παναγιώτης Σκληρός

Ποιος δεν θυμάται το… πέρασμα απ’ το Ρίο…

Το άγχος να φτάσεις ακριβώς στην στιγμή(!) και να μην περιμένεις στην ουρά, το άγχος νά’σαι τελευταίος για να βγεις πρώτος. Ακόμα και τις κολοβερέτζες (τα κόλπα) που κάναμε για να μπούμε τελευταίοι και να βγούμε πρώτοι! Γιατί άντε μετά να αγκομαχάς να προσπερνάς τα αυτοκινούμενα θηρία που θα βρεις μπροστά σου στην ανηφόρα της Παλιοβούνας, είτε ήταν φορτηγά, νταλίκες ή λεωφορεία κι εσύ να τρέχεις με μια κατσαρίδα της εποχής!

Βέβαια έκανες την σχετική καθυστέρηση με την ανάλογη μουρμούρα(αν δεν ήσουν μόνος) για ένα σουβλάκι(σιγά μην ήταν ένα..) αλλά πάντα άξιζε τον κόπο γιατί ο Δημήτρης με την φημισμένη καντίνα του, ήταν πολύ σπεσιαλίστας στα σουβλάκια. Κι ας έλεγαν ότι τρώμε διάφορα κρέατα…κλπ κλπ..

Άντε τώρα να μπεις με την όπισθεν όπως σε στρίμωχνε ο ναύτης για να χωρέσει το Ferry πολλά αυτοκίνητα κι εσύ να μην τον βλέπεις αλλά νασαι γυρισμένος να βλέπεις πίσω κι ο άλλος να σου χτυπάει το φτερό ότι είναι καλύτερα να κοιτάζεις αυτόν!

Ανέβαινες μετά στα ψηλώματα για καφέ ελληνικό στον ατμό ( χωρίς να πίνεται), ν’ απολαύσεις το δίαυλο και να πάρεις αέρα για να συνεχίσεις. Μπορεί νά’ βρισκες και κάνα συντοπίτη για να πείτε, τι άλλο από το τι ώρα έφυγες από Αθήνα, πόσο έκαψες μέχρι εδώ και με ποιόν άλλον είσαι. Αν βέβαια χρειαζόσουν τουαλέτα (γιατί συνήθως χρειαζόσουν 2,5 ωρες τό’ κανες από Αθήνα) έπρεπε να πάρεις θάρρος, φόρα κι απόφαση για το τι θα αντίκριζες! Ούτε η… «καλλιόπη» στο στρατό δεν ήταν έτσι! Έπαιρνες βαθιά ανάσα, έκλεινες την αναπνοή σου,ένα στα γρήγορα που λένε κι αμέσως έξω να πάρεις ανάσα έτοιμος να σκάσεις, κάνοντας τη σχετική γκριμάτσα στον επόμενο που περίμενε να πάρει κι αυτός τη… δόση του!

Κατέβαινες, ουσιαστικά γλύστραγες ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα, τα σκούπιζες κανονικά με το σακάκι σου για να βρεις το δικό σου κι έπαιρνες φόρα να προλάβεις να περάσεις τα μεγάλα αυτοκίνητα αλλά πολύ γρήγορα απογοητευόσουν διότι ήδη ήταν μπροστά σου αρκετά και χρειαζόταν ή υπομονή ή αυτοθυσία συν τη μουρμούρα…

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες

Κάπως έτσι, με ηρωισμούς, λεβεντιά και καταϊδρωμένος έφτανες στο Περιθώρι και αποφάσιζες να πάρεις μια γεύση απ’ του Μπάρμπα Θωμά τα εδέσματα ή πιο πέρα, στου Κοκκώρη που ο φίλος μου ο Κ.Α. συνιστούσε ανεπιφύλακτα  τον κόκορα μακαρονάδα…

Άρχιζες και τις ιστορίες για το πώς και πουθενε πέρναγε παλιότερα ο κόσμος απ’ την Ακαρνανία στην Πάτρα και θυμόσουν που σου διηγιόταν ο πατέρας σου ότι έμπαιναν στο τραίνο απ’ το Αγρίνιο, που έφταναν με κάνα φορτηγό απ’ τη Λευκάδα. Στο Κρυονέρι τερμάτιζε το τρένο και περνούσαν απέναντι με το πλοίο (το «Καλυδώνα») και μετά άλλο λεωφορείο για Αθήνα. Σκέτος Γολγοθάς..

΄Ετσι, έπινες μισή μπυρίτσα κι έπαιρνες φόρα, ένιωθες πιά ότι από δω και πέρα είναι δικά σου τα χώματα και τα ξέρεις, πέρναγες απ’ τα στενά της Κλεισούρας κάνοντας ένα σταυρό κι αφήνοντας το Αγρίνιο πέρναγες την γέφυρα του Αχελώου για μια ακόμα στάση στο Στράτο για ένα φρεκότατο γιαούρτι, άντε κι ακόμα ένα του κιλού σε κεσεδάκι πήλινο για το σπίτι, να σου μείνει ο κεσές  να βάνεις κάνα χρειαζούμενο στο ψυγείο  και βούρ δρόμο για Αμφιλοχία και μετά Βόνιτσα- Λευκάδα.

Έπαιρνες τον φρέσκο αέρα απ’ τον μαΐστρο στην Αμφιλοχία κι όλο έταζες ότι την άλλη φορά θα κάτσεις για ένα καφέ. Σού ‘χαν πει και για κάτι γαρίδες με μουστάκια, να…τόσες και το τάμα έδενε για την επόμενη φορά.

Στη Βόνιτσα έψαχνες για κείνο το κύπελλο που κάπου είχες για να πιεις δυό κούπες νερό Κορπής και για το μπιτόνι, να το γεμίσεις νερό απ τη βρύση, να καθαρίζουν τα νεφρά…

Έφτανες στο πέραμα με τις αλυσίδες και τα βίντσια κι επιτέλους μύριζες μούτελη, Λευκάδα –πατρίδα! ΄Εβλεπες το επιβλητικό ΤΑΟΛ και στο βάθος το ραντάρ στην κορφή της Λευκάδας και το βουνό των Τσουκαλάδων που βούταγε στη δύση. Ξεζονώσουνα απ’ αυτό που σ’ έσφιγγε στη μέση και νόμιζες ότι είναι καούρα απ τα διάφορα που «έριξες μέσα σου»  αλλά ήταν η κακής τεχνολογίας παλιά ζώνη ασφαλείας που όμως έσωζε και σώζει ζωές..

Είχες ολοκληρώσει τον δικό σου μαραθώνιο κι ας είχες κάμει πεντέμισι ώρες, καμάρωνες σα «γύφτικο σκεπάρνι» που κατάφερες να τερματίσεις αλλά  και για το κατσαριδάκι σου που οδήγησες απ’ την Αθήνα μέχρι τη Χώρα κι έτσι είχες να λές για ένα ακόμα κατόρθωμά σου αύριο στο καφενείο. Πόσους δηλαδή πέρασες με κίνδυνο, πόσο επικίνδυνος ήταν ο νταλικέρης και πόση βενζίνη έκαψες γιατί δεν έτρεχες πολύ… αλλά τόσο όσο!

Τώρα δίνει τα 13 ευρώ και περνάς στα γρήγορα, ακούς κι ένα «ευχαριστώ», δεν τρώς τα σουβλάκια που έχουν πλέον υποβαθμιστεί κι όπως έχεις φόρα και φυσικά καλύτερο αυτοκίνητο, μπαίνεις στην Ιόνια και φτάνεις άρπα κόλλα Αμφιλοχία. Απο κει και πέρα όλα ίδια αλλά – δε βαριέσαι-κάθε πενήντα χρόνια κάτι γίνεται και προς τα μέρη μας…Υπομονή και υγεία πάνω απ’ όλα..

Παναγιώτης Σκληρός

πηγή: aromalefkada.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here